ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ του ποιητή, φιλοσόφου και πανεπιστημιακού ΠΑΝΟΥ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
στην εκδότρια (ποιήτρια και κλινική επιστήμων) του POETRYAXION ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΑΝΤ. ΧΑΣΑΝΔΡΑ

Α.Χ. Πώς υπερασπίζεστε το ποιητικό σας έργο «into being»;

Π.Η. Το υπερασπίζομαι ενθυμούμενος ότι ο ποιητής είναι, ετυμολογικά μιλώντας, ο μόνος
καλλιτέχνης ο οποίος «ποιεί», έχει λοιπόν τις δυνατότητες του Θεού να γεννά, και όχι
απλώς να καλλιτεχνεί, να προκαλεί ή να μιμείται, ένα ολόκληρο σύμπαν. Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ
Λόγος. Σε κανέναν άλλον δεν αντιστοιχείται η λέξη «ποιητής» παρά μόνο στον ποιητή και
στον Θεό. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ποιητής είναι Θεός ή έχει θεϊκές ιδιότητες. Σημαίνει ότι
στη γλώσσα τού αναγνωρίζεται το θαυμαστό εκείνο της παραγωγής εκ του μηδενός, της
έγερσης ενός ολόκληρου και όχι ημιτελούς Πραγματικού. Ο εικαστικός, ο μουσικός, επί
παραδείγματι, κατέχουν άλλη δύναμη διέγερσης. Αλλά δεν δημιουργούν σύμπαντα γιατί
εξαρτώνται από στοιχεία όπως η εικόνα, το χρώμα, το φως, ο ήχος, η σιωπή. Ο ποιητής
μέσα στη γλώσσα δεν υπερασπίζεται τον κόσμο ως έχει, διαθέτει τη δυνατότητα να τον
δημιουργήσει εξαρχής, ακόμα και παρά τα στοιχεία που ο κόσμος τού παραχωρεί. Μέσα
στη γλώσσα δημιουργείται κάτι ex nihilo, από μια κίνηση της βούλησης, που μας δείχνει ότι
η γλώσσα είναι επίσης ένας αχανής και τροποποιήσιμος χώρος όπως ο χώρος του
σύμπαντος. Κατά συνέπεια, το δικό μου έργο γεννάται και γεννά, όπως κάθε ποιητικό έργο.
Για να το θέσω σε συνθήκες ύπαρξης, εκείνο που πράττω είναι να διώχνω τον κόσμο και
τους ανθρώπους από πάνω μου, να τους αποτινάζω, αλλά αγαπώντας τους. Αν δεν κρυφτώ,
αν δεν διώξω μακριά εκείνο που ψευδώς εκλαμβάνουν πολλοί ως ‘φως’, δηλαδή την
κοινωνική παρουσία, την καθημερινή ομιλία, τη θέαση των πολλών και ασταμάτητων
διερχομένων μπροστά στην όρασή μου, δεν είμαι εκείνος που δημιουργεί αλλά εκείνος που
δημιουργείται και ανασκευάζεται. Θα απωλέσω τότε την ικανότητα να ποιώ τα ορατά και
τα αόρατα. Στην περίπτωση που δημιουργούμαι, παύω να είμαι artifex sui, που σημαίνει
πως δεν έχω πια το δικαίωμα να καταπιαστώ με την ποιητική γραφή. Όλα έχουν ένα
κόστος. Ακόμα και η ποίηση επιφέρει ένα βαρύτατο κόστος σε ανθρώπινο πόνο και σε
αληθινό αίμα της καρδιάς, γιατί ο ποιητής άνθρωπος είναι κι αυτός και δεν αντέχει τη
μοναξιά, ακόμα και την ηθελημένη. Η ύπαρξη όμως των λέξεων που έρχονται στην
επιφάνεια είναι χρησιμότερο χρέος στον χρόνο και στην ιστορικότητα από εκείνο της δικής
μου προσωπικής ανάγκης για συντροφιά ανάμεσα στο πλήθος.

Α.Χ. Ποιο είναι το ανώτερο σας επίτευγμα στην ποίηση και την φιλοσοφία εμπειρικά και εν
μέσω δοκιμασίας;

Π.Η. Να αποποιούμαι τις αρετές των μετρίων. Όλων των ταπεινών που θα ήθελαν να μην
είναι ταπεινοί. Όταν μια αρετή είναι μέτρια και όχι ακρότατη, τότε δεν είναι αρετή. Δεν
πρέπει λοιπόν να την υπερασπιζόμαστε θεωρώντας πως έτσι προβάλλουμε μια αποδεκτή
από τους άλλους κοινωνικότητα ενώ μέσα μας πιστεύουμε άλλα. Δεν με ενδιαφέρουν
αυτές οι αρετές των πολλών. Με ενδιαφέρουν όμως πολύ οι αρετές εκείνων των λίγων που
εκτιμώ. Δεν ξέρω τι καταφέρνω από αυτούς να μιμηθώ, γνωρίζω όμως τι προσπαθώ να
καταφέρνω. Προσπαθώ να καταφέρνω τη συνέπεια μιας παραγωγής που να εξαντλήσει
κάποτε αυτό που φέρω μέσα μου. Μπορεί κάποια φορά, σε κάποιο μέρος του κόσμου,
κάποια ημέρα, κάποιος να ωφεληθεί ή να αισθανθεί ότι έμαθε κάτι χρήσιμο ή ότι σκέφτηκε
κάτι πολύ. Δεν είναι λίγο κέρδος να αποκτήσεις ένα ερώμενο πρόσωπο, κάποιο που με την
αγάπη σου να αγγίξεις συναισθηματικά και νοητικά, ακόμα κι αν δεν το γνωρίσεις ποτέ
προσωπικά. Το ‘ανώτερο επίτευγμα’ έχει να κάνει με το ανώτερο, εκεί είναι η έμφαση
ανάμεσα στις δυο αυτές λέξεις, και όχι τόσο με το επίτευγμα. Προσπαθώ να υπηρετώ το
ανώτερο, να γίνω κάπως καλύτερος κι εγώ ώστε να αξίζω να βρίσκομαι στην υπηρεσία του.

Α.Χ. Είναι ένα αρχιτεκτόνημα Τέχνης ποίημα ή Παιχνίδι του Κόσμου που σας άλλαξε;

Π.Η. Είναι ο Κόσμος που με γέννησε όπως είμαι. Δεν είμαι δική μου ευθύνη ως το σημείο
που ‘είμαι’- η ευθύνη αρχίζει από το στάδιο που εξελίσσομαι από το αρχικό σημείο μου. Ο
Κόσμος το θέλησε να είμαι εγώ και όχι κάποιος άλλος στη θέση μου. Πρέπει επομένως να
το σεβαστώ, να εξαντλήσω τις δυνατότητες του αφού αυτό είναι το δικό μου καθήκον. Το
αναφέρει και ο Μάρκος Αυρήλιος όταν γράφει πως η φύση που μας γεννά είναι σαν ένα
δέντρο κι εμείς είμαστε οι καρποί της και, όπως οι καρποί, πέφτουμε ο καθένας σε ένα
συγκεκριμένο μέρος. Έτσι κι εγώ έπεσα όπου έπεσα, παιδί των γονιών μου, απότοκον της
εποχής μου, πλάσμα της μοίρας μου. Με αυτή την έννοια, δεν με άλλαξε κάτι. Αν με άλλαξε
κάτι με τη στενή έννοια του όρου, είναι οι συμφορές που περνούν οι άνθρωποι σταδιακά,
αντιστοίχως οι δικές μου. Αλλά κι οι κατανοήσεις μου. Αυτά με άλλαξαν. Γεννήθηκα έτσι
ώστε να αγαπώ τις λέξεις και τους ήχους χωρίς καμία σκοπιμότητα πέρα από την
ωραιότητά τους. Παλιότερα δεν επιθυμούσα τόσο την ποίηση όσο επιζητούσα τη μουσική
αλλά από παιδί πάντοτε διάβαζα κι έγραφα. Πάντως ένα αρχιτεκτόνημα Τέχνης, ένα ποίημα
του Βρεττάκου, «Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές», με βούρκωσε κάποτε που καθόμουν στο
γραφείο μου, κι εκεί κατάλαβα ως αμετάκλητη τη μοναξιά του ανθρώπου και του Κόσμου.
Αυτό με άλλαξε ίσως πάνω από όλα γιατί κατάλαβα πως κανείς δεν θέλει κανέναν και πως
όλοι υποκρινόμαστε ότι μας αγαπούν. Σε ένα άλλο παιχνίδι του Κόσμου μαζί μου, ένιωσα
την ψυχή των ανθρώπων που με γέννησαν και κάποιων άλλων ανθρώπων που θεωρούνται
δικοί μου κι εκεί ρίγησα. Κατάλαβα πως η Τέχνη δεν είναι για να αντέχουμε τη ζωή, όπως
λέει τόσο πεισιθανάτια ο Σοπενχάουερ, αλλά πως είναι για να αποκτούμε επίγνωση.

Α.Χ. Ποιο είναι το ποιητικόν αίτιον/αισθητική που διαλέγεστε;

Π.Η. Η αισθητική είναι μια μορφή ηθικής των πραγμάτων. Μια διάταξη, όπως είναι η ηθική.
Αν την αναστατώσεις, ηθική δεν έχεις- έτσι δεν έχεις κι αισθητική. Δεν είναι όλα τα
παραγόμενα τέχνη. Μια κακογραφία σε μια πινακοθήκη, δεν υπερασπίζεται την ελευθερία
του λόγου, αλλά την ασυδοσία του παραλόγου. Το παράλογο δεν το θέλει η αισθητική,
ακόμα και στην ποίηση αν πάτε, ακόμα και στον σουρεαλισμό και στον ντανταϊσμό, μεγάλα
και δύσκολα ρεύματα, δεν υπάρχει παράλογο. Υπάρχει η αποτύπωση λογικών πραγμάτων
σε μια ελευθέρια διάταξη. Πρόκειται όμως ξανά για διάταξη και σύσταση ενός όγκου που
διαθέτει ένα νόημα. Το κακόγραφο είναι α-νόητο, περιττό. Μια υποστολή του λόγου. Εγώ
εκτιμώ ότι στην αρχιτεκτονική της ποίησης, δεν είναι το συναίσθημα το καίριο. Το
συναίσθημα είναι το απολαυστικό, το ηδονικόν. Είναι εκείνο που «κόβει τα εισιτήρια». Το
καίριο είναι η κατάκτηση της επίγνωσης, η συμμαχία με τη συνείδηση. Πού; Κάθε ώρα και
κάθε στιγμή, παντού. Αυτή είναι η αισθητική μου. Κι αν κάποιοι θεωρούν πως ο ποιητής
δεν φιλοσοφεί, μάλλον μας εικονίζουν τον ποιητή ως ένα δοχείο με λέξεις που τις
τακτοποιεί όμορφα πάνω σε ένα ντουλάπι σαν μια καλή νοικοκυρά αλλά που δεν τις
καταλαβαίνει στο βάθος τους, ακόμη και στην ωφέλιμη ρηχότητά τους πιθανόν ενίοτε, όσο
τις τακτοποιεί. Ο ποιητής δεν είναι ο ανιματέρ των ανθρώπων μέσω των στίχων, ούτε ο
τακτοποιητής της γλώσσας σε μια ευχάριστη σειρά. Είναι ο σταυρωτής τους.

Α.Χ. Πώς αντιλαμβάνεστε ότι ένα έργο/βιβλίο σας έχει ολοκληρωθεί;

Π.Η. Ποτέ τα βιβλία δεν ολοκληρώνονται. Είναι βλασφημία προς την τέχνη και την αλήθεια,
αλλά και προσβολή προς το ακριβές και το ωραίο, να θεωρείς ότι ολοκλήρωσες ποτέ ένα
βιβλίο. Τα βιβλία κλείνουν, τα ποιήματα κλείνουν, δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Όπως οι ζωές
των ανθρώπων. Ποιανού η ζωή ολοκληρώθηκε; Ποιανού ο έρωτας; Φανταστείτε ότι δυο
άνθρωποι έχουν ερωτευτεί ο ένας τον άλλον, ζουν μια ολόκληρη ζωή μαζί και κάποτε
έρχεται η ώρα να πεθάνουν. Έχει ολοκληρωθεί ο έρωτάς τους; Μήπως ολοκληρώθηκε όταν
έκαναν παιδιά; Μα όχι. Για να ολοκληρωθεί κάτι, χρειάζεται το «για πάντα», χρειάζεται το
αιώνιο. Όσο ο χρόνος δεν μεταφέρει την αθανασία που χρειαζόμαστε για να έχουμε το
όλον, το τέλειον, απλώς κλείνουμε τα πράγματα, τα τσακίζουμε βιαστικά για να χωρέσουν
μέσα σε ένα συρτάρι, γιατί θα πρέπει να φύγουμε μετά, σε λίγο, σε πολύ, ποιος ξέρει..

Α.Χ. Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο ποιητή που μόλις ξεκινάει την εν τύποις πορεία;

Π.Η. Να μελετά αδιαλείπτως τη γλώσσα, όπως και τη νόησή του, όχι μόνο τον στίχο. Ο
ποιητής πηγαίνει κάθε μέρα σε ένα γλωσσικό και νοητικό γυμναστήριο, όπως ένας που
είναι αθλητής. Ένας ποιητής που είναι σκορπισμένος στις συναναστροφές του, στα «πώς
είστε σήμερα αγαπητέ», και χαμένος στα χόμπι του και στα πράγματα που του αρέσουν
είναι ποιητής κατά παθογένεια, όχι κατά το νόημα του όρου. Ο ποιητής συλλογίζεται, όχι
ξάστοχα και χωρίς μέθοδο, και εργωδώς διδάσκεται. Μελετά άλλους ποιητές. Ώρες πολλές.
Κάθεται μόνος και παρατηρεί τον εαυτό του, τα στοιχεία της φύσης που είναι το
αλφαβητάρι των λέξεων, και τους άλλους. Πρέπει να είναι γενναίος γιατί έχουν κόστος
αυτά στην ψυχή, την απομονώνουν με τον καιρό για να ασφαλίζεται και να μη βρωμίζει.
Ωστόσο δεν έχει άλλο δρόμο. Η έμπνευση είναι μόνο η ανάφλεξη. Αλλά αν δεν υπάρχει
γλωσσικό και νοητικό υλικό από κάτω, τίποτα δεν θα πάρει φωτιά, το τζάκι δεν θα ανάψει,
απλώς θα καπνίσει. Είναι η ποίηση λίγος καπνός από την καμινάδα;

Α.Χ. Ποια είναι η κατεύθυνση γραμματολογίας που ορίζετε στην Τέχνη και την επιστήμη
σας;

Π.Η. Είναι διαφορετικά στα δύο αυτά αλλά το κοινό στοιχείο είναι η περιγραφική ακρίβεια.
Πρέπει να προσπαθείς να απεικονίσεις ώστε ο άλλος να εκπορθήσει το σημαίνον, όποιο κι
αν είναι το κόστος, ακόμα κι αν πρόκειται να του καταστρέψεις τη ζωή επιχειρώντας το. Και
συχνά η αλήθεια ανατρέπει τη ζωή, έως ένα ανεπίστρεπτο σημείο. Είπαμε πως είναι η
επίγνωση το μεγάλο κέρδος και η ζωή των βροτών δεν αξίζει για κάτι άλλο, δεν ερμηνεύεται
αυτογενώς ως αξία, αλλά μέσα από την επίγνωσή της. Χρειάζεται αυτό το «επί» επάνω στο
«γιγνώσκω», έχει τεράστια σημασία η πρόσθεσή του. Οφείλει να ειπωθεί πως διαφορετικά
επιδιώκουμε την επίγνωση στην ποίηση, διαφορετικά στην επιστήμη. Ωστόσο ο κόπος είναι
κοινός. Ο ποιητής θέλει κάτι να δούμε, τραβάει το μανίκι σαν ένα ζώο οικόσιτο που θέλει
να το ακολουθήσουμε. Για αυτό άλλωστε δαμάστηκε ο ποιητής και μένει στις πόλεις. Για να
μπορεί να μας τραβάει το μανίκι και να μας είναι κάπως οικείος. Ποιος θα τον άκουγε έξω
στο δάσος; Εκεί θα χάνονταν και ο ίδιος κι εκείνο που είναι να ιδωθεί. Ο επιστήμονας
διαθέτει μιαν άλλη συγκρότηση και μιαν άλλη αυτοπεποίθηση. Η διερεύνηση της αλήθειας
είναι πιο επικεντρωμένη και πιο μετρήσιμη αλλά δεν περιλαμβάνει τη διόραση στα
πράγματα που μεθοδολογικά επιστρατεύει ο λογοτέχνης. Όμως ξανά το μέγιστο ζητούμενο
είναι η γλώσσα διότι είναι το διαρκές διάμεσο, η οποία αν χρησιμοποιηθεί σωστά
διαφωτίζει αρκετά την πραγματικότητα, αν όμως χρησιμοποιηθεί με ανεπάρκεια τότε
συσκοτίζει και διαφθείρει την άποψη που έχουμε για την πραγματικότητα. Οφείλει κανείς
να αναρωτιέται όταν διαβάζει ένα κείμενο: «εγώ θα το διατύπωνα έτσι; Κι αν όχι, τι
περιορισμούς σημαίνει αυτό για τη δική μου νόηση;». Τα πράγματα δεν είναι απλά- δεν
προσέχουμε στη γλώσσα αποκλειστικά για λόγους αισθητικούς αλλά για λόγους
νοηματικούς. Όχι για να γράψουμε σε καλά ελληνικά αλλά για να είμαστε κάπως
περισσότερο βέβαιοι πως ό,τι αναφέρουμε είναι πιθανότερα σωστό από λάθος. Στον
ποιητή συνεπώς όπως και στον επιστήμονα, η γλώσσα θα πρέπει να αποτελεί μια
εσχατολογική αγωνία.

Α.Χ. Πείτε μας λίγα λόγια για τον χαρακτήρα σας ως πανεπιστημιακός καθηγητής;

Π.Η. Είμαι υπέρ του να έχει κανείς ενιαίο χαρακτήρα στη ζωή του και στην άσκηση του
επαγγέλματός του ή στην τέχνη του. Αλλιώς είναι σαν να κρύβει κάτι. Και η κατάκτηση μιας
αξιοπρεπούς ελευθερίας είναι ένα τεράστιο κέρδος όταν μπορούμε να συμφιλιώνουμε τον
εσωτερικό με τον εξωτερικό μας εαυτό. Αυτά σαν εισαγωγικά μιας θεωρίας για τον
χαρακτήρα γιατί δεν δύναται να μιλήσει κανένας πραγματικά για τον δικό του χαρακτήρα.
Υπάρχει πάντα ένας καθρεπτισμός όταν κοιτάμε τον εαυτό μας, το είδωλο δεν είναι το ίσιο
αλλά το ανάποδο. Πρέπει να θυμόμαστε αυτή τη δεδομένη αντίστιξη της προοπτικής όταν
αναφερόμαστε στον χαρακτήρα μας. Ενδέχεται το άδικο να φαίνεται ως δίκαιο, και το
αντίστροφο. Αφού λοιπόν με αυτά δεν βγαίνει εύκολα άκρη, ας αποπειραθώ να αναφερθώ
ξανά στο τι προσπαθώ. Σε κάθε ηλικία έχω δοκιμάσει αλλιώς να είμαι, κατανοώντας τις
απαιτήσεις αυτής της καιρικότητας των πραγμάτων, του σώματος, του νου, που σε οδηγεί
από μόνη της να μεταβάλλεις τον τρόπο σου, καλύτερα ίσως ειπωμένο «την τροπικότητά
σου». Στις συνθήκες του Πανεπιστημίου, για μένα σήμαινε κάποτε πως το αίτημα της δικής
μου διδακτικής πράξης ήταν να κατορθώσω να μεταφέρω τις πιο χρήσιμες γνώσεις και
εκείνες που θα έπρεπε οπωσδήποτε -κατά την κρίση μου- οι φοιτητές μου να κατέχουν.
Τώρα όμως η προσδοκία μου είναι να μάθουν να συλλογίζονται από την αρχή. Δεν είναι η
γνώση το θέμα του καιρού μας, είναι ο συλλογισμός, ο συλλογισμός που καθοδηγεί ως τα
βαθιά και διόλου ανιαρά ύδατα της επίγνωσης. Οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν το ωραίο
γιατί δεν έχουν μάθει να το σκέπτονται. Μια αισθητική της επίγνωσης και μια ηθική της
επίγνωσης είναι οι στόχοι μου και αποπειρώμαι διαρκώς να με διαπλάσω έτσι ώστε να
είμαι χρήσιμος ως προς αυτό. Στο μεταφερόμενο περιεχόμενο της ψυχής μας προς τους
άλλους, υπάρχουν αιχμές και ολισθηρές όψεις, κρύβονται αληθινοί κίνδυνοι. Μπορούμε,
όπως είπα πριν, να τους καταστρέψουμε τους άλλους όταν τους πλησιάζουμε έτσι. Ε,
τουλάχιστον ας τους καταστρέφουμε για τα καλά ώστε τώρα να μπορούν να αναδομηθούν
στη σκέψη τους από την αρχή με έναν υπεύθυνο, δηλαδή με έναν άριστο τρόπο, μιας και η
αντίληψη του άριστου πράγματος εκκινεί αποκλειστικά από την ανάληψη της ευθύνης που
το αφορά. Είσαι ερωτευμένος; Είσαι υπεύθυνος για αυτό που γίνεται, για να είσαι ερωτικός
με τον κατάλληλο τρόπο. Είσαι ποιητής; Πρέπει να είσαι ένας ποιητής υπεύθυνος, να
δώσεις τη ζωή σου αν χρειαστεί μέχρι να γίνουν όλα όπως πρέπει- δηλαδή ακρότατα. Αυτό
είναι ένας διαρκής πόλεμος και δεν επιλύεται σε συνθήκες ειρήνευσης. Πάντα βεβαίως
πρέπει κάπως να ελπίζει κανείς κατά ένα ελάχιστο έστω, ακόμα κι αν η ελπίδα είναι
δηλητήριο της ψυχής όπως μας διδάσκουν οι Στωικοί. Νομίζω επομένως πως πρέπει να
φαίνομαι λίγο άδικος όταν δεν σέβομαι καθόλου τους ανθρώπους. Αν τους σεβόμουν
όμως, δεν θα μπορούσα να τους αγαπώ, δεν θα μπορούσα να γράφω όλη μου τη ζωή για αυτούς.

Α.Χ. Σας ευχαριστώ πολύ για την συνομιλία μας εύχομαι κάθε επιτυχία!